ευνουχίζω

και μουνουχίζω (ΑΜ εὐνουχίζω) [ευνούχος]
αφαιρώ ή καταστρέφω τους γεννητικούς αδένες κάποιου, καθιστώ κάποιον ευνούχο, στειρώνω («εἰσὶν εὐνοῡχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανών», ΚΔ)
αρχ.
(μτφ. για τη γη) μεταβάλλω σε άγονο («εὐνουχίζειν γῆν», Φιλόστρ.)
2. (μτφ. για φάρμακο) αφαιρώ τη δραστικότητά του
3. φρ. «εὐνουχίζω ἑμαυτόν» — συγκρατούμαι, εγκρατεύομαι, απέχω από κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐνουχίζω — castrate pres subj act 1st sg εὐνουχίζω castrate pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνουχίζω — ευνουχίζω, ευνούχισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευνουχίζω — ευνούχισα, ευνουχίστηκα, ευνουχισμένος 1. αφαιρώ τους γεννητικούς αδένες (όρχεις) ζώου ή ανθρώπου, αλλ. μουνουχίζω. 2. μτφ., αφαιρώ ικανότητα από κάποιον: Τα ανελεύθερα καθεστώτα ευνουχίζουν τη βούληση των πολιτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐνουχιζομένων — εὐνουχίζω castrate pres part mp fem gen pl εὐνουχίζω castrate pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχιζόμενον — εὐνουχίζω castrate pres part mp masc acc sg εὐνουχίζω castrate pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχισθέντα — εὐνουχίζω castrate aor part pass neut nom/voc/acc pl εὐνουχίζω castrate aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχισάντων — εὐνουχίζω castrate aor part act masc/neut gen pl εὐνουχίζω castrate aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζει — εὐνουχίζω castrate pres ind mp 2nd sg εὐνουχίζω castrate pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζοντα — εὐνουχίζω castrate pres part act neut nom/voc/acc pl εὐνουχίζω castrate pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζουσι — εὐνουχίζω castrate pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) εὐνουχίζω castrate pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.